beobachten
beobachten
bəʔo:baxtn
bēobakhtn
betrachtenbeachten

Ορισμός και σημασία του "beobachten"στα γερμανικά

beobachten
01

παρατηρώ, παρακολουθώ

Etwas oder jemanden bewusst und aufmerksam betrachten oder überwachen 
beobachten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
beob
βασικό ρήμα
achten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beobachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beobachtet
ενεστώτα μετοχή
beobachtend
απλός αόριστος
beobachtete
παθητική μετοχή
beobachtet
Παραδείγματα
Der Wissenschaftler beobachtet die Vögel durch sein Fernglas. 

Ο επιστήμονας παρατηρεί τα πουλιά μέσα από τα κιάλια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store