beobachten
Pronunciation
/bəˈʔoːbʔaxtən/

Ορισμός και σημασία του "beobachten"στα γερμανικά

beobachten
01

παρατηρώ, παρακολουθώ

Etwas oder jemanden bewusst und aufmerksam betrachten oder überwachen
beobachten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
beob
βασικό ρήμα
achten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beobachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beobachtet
ενεστώτα μετοχή
beobachtend
απλός αόριστος
beobachtete
παθητική μετοχή
beobachtet
Παραδείγματα
Kinder lernen, indem sie Erwachsene beobachten.
Τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας τους ενήλικες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store