Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benutzen
01
χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ
Etwas gebrauchen, um ein Ziel zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nutzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
benutzt
ενεστώτα μετοχή
benutzend
απλός αόριστος
benutzte
παθητική μετοχή
benutzt
Παραδείγματα
Benutzt du diese App oft?
Χρησιμοποιείς συχνά αυτήν την εφαρμογή;



























