benutzen
be
be
nutzen
ˈnʊtsn
nootsn
besetzenbesitzen

Ορισμός και σημασία του "benutzen"στα γερμανικά

benutzen
01

χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ

Etwas gebrauchen, um ein Ziel zu erreichen 
benutzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nutzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
benutzt
ενεστώτα μετοχή
benutzend
απλός αόριστος
benutzte
παθητική μετοχή
benutzt
Παραδείγματα
Ich benutze jeden Tag mein Handy. 

Χρησιμοποιώ το τηλέφωνό μου κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store