benutzen
Pronunciation
/bəˈnʊtsn̩/

Ορισμός και σημασία του "benutzen"στα γερμανικά

benutzen
01

χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ

Etwas gebrauchen, um ein Ziel zu erreichen
benutzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nutzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
benutzt
ενεστώτα μετοχή
benutzend
απλός αόριστος
benutzte
παθητική μετοχή
benutzt
Παραδείγματα
Benutzt du diese App oft?
Χρησιμοποιείς συχνά αυτήν την εφαρμογή;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store