Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benehmen
01
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
Sich auf eine bestimmte Weise verhalten oder handeln
Παραδείγματα
Wie hast du dich bei dem Treffen benommen?
Πώς συμπεριφέρθηκες στη συνάντηση ;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμπεριφέρομαι, φέρομαι