Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benehmen
01
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
Sich auf eine bestimmte Weise verhalten oder handeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benehme
γ΄ ενικό πρόσωπο
benimmt
ενεστώτα μετοχή
benehmend
απλός αόριστος
benahm
παθητική μετοχή
benommen
Παραδείγματα
Wie hast du dich bei dem Treffen benommen?
Πώς συμπεριφέρθηκες στη συνάντηση ;



























