benehmen
be
neh
ˈne:
ne
men
mən
mēn
beneidenbenommenbenennen

Ορισμός και σημασία του "benehmen"στα γερμανικά

benehmen
01

συμπεριφέρομαι, φέρομαι

Sich auf eine bestimmte Weise verhalten oder handeln 
benehmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benehme
γ΄ ενικό πρόσωπο
benimmt
ενεστώτα μετοχή
benehmend
απλός αόριστος
benahm
παθητική μετοχή
benommen
Παραδείγματα
Kinder müssen lernen, sich gut zu benehmen. 

Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να συμπεριφέρονται καλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store