bemühen
bemüh
ˈbəmy:
bēmy
en
ən
ēn

Ορισμός και σημασία του "bemühen"στα γερμανικά

bemühen
01

προσπαθώ, αγωνίζομαι

Viel Kraft oder Mühe einsetzen, um etwas zu erreichen 
bemühen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemüht
ενεστώτα μετοχή
bemühend
απλός αόριστος
bemühte
παθητική μετοχή
bemüht
Παραδείγματα
Ich bemühe mich, pünktlich zu sein. 

Προσπαθώ να είμαι στην ώρα μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store