Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemühen
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
Viel Kraft oder Mühe einsetzen, um etwas zu erreichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemüht
ενεστώτα μετοχή
bemühend
απλός αόριστος
bemühte
παθητική μετοχή
bemüht
Παραδείγματα
Ich bemühe mich, pünktlich zu sein.
Προσπαθώ να είμαι στην ώρα μου.



























