Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemerken
01
παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι
Etwas oder jemanden wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
merken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemerke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemerkt
ενεστώτα μετοχή
bemerkend
απλός αόριστος
bemerkte
παθητική μετοχή
bemerkt
Παραδείγματα
Ich bemerkte einen Fehler im Text.
Παρατηρώ ένα λάθος στο κείμενο.
02
σχολιάζω, κάνω μια παρατήρηση
Eine kurze Aussage oder Meinung äußern
Παραδείγματα
Sie bemerkte, dass das Essen kalt war.
Αυτή παρατήρησε ότι το φαγητό ήταν κρύο.



























