Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemerken
01
παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι
Etwas oder jemanden wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
merken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemerke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemerkt
ενεστώτα μετοχή
bemerkend
απλός αόριστος
bemerkte
παθητική μετοχή
bemerkt
Παραδείγματα
Hast du bemerkt, dass sie traurig aussieht?
Έχεις παρατηρήσει ότι φαίνεται λυπημένη;
02
σχολιάζω, κάνω μια παρατήρηση
Eine kurze Aussage oder Meinung äußern
Παραδείγματα
Darf ich etwas dazu bemerken?
Μπορώ να παρατηρήσω κάτι σχετικά με αυτό ;



























