die bekannte
be
μπε
kann
ˈkan
καν
te
τα
konstantetantekante

Ορισμός και σημασία του "bekannte"στα γερμανικά

01

γνωστός, γνωστή

Eine Person, die man kennt, aber zu der man keine enge Beziehung hat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Bekannte(n)
αρσενικό ενικό
Bekannter
θηλυκό ενικό
Bekannte
neutral form
Bekanntschaft
γενική πτώση
Bekannten
Παραδείγματα
Ich treffe heute Abend einige Bekannte auf der Party. 

Συναντώ απόψε μερικούς γνωστούς στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store