Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bekannte
01
γνωστός, γνωστή
Eine Person, die man kennt, aber zu der man keine enge Beziehung hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bekannten
πληθυντικός τύπος
Bekannte(n)
Παραδείγματα
Ich treffe heute Abend einige Bekannte auf der Party.
Συναντώ απόψε μερικούς γνωστούς στο πάρτι.



























