Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bekannt
01
διάσημος, γνωστός
Von vielen Menschen erkannt oder anerkannt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bekannteste-
συγκριτικός βαθμός
bekannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist ein bekannter Schauspieler.
Είναι ένας γνωστός ηθοποιός.



























