Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beinahe
01
σχεδόν
Sehr nahe an einem Zustand oder Ereignis, das aber nicht eingetreten ist
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich bin beinahe fertig.
Είμαι σχεδόν έτοιμος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχεδόν