Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beibehalten
01
διατηρώ, συντηρώ
Etwas weiterhin verwenden, tun oder haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
bei
βασικό ρήμα
behalten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beibehalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beibehält
ενεστώτα μετοχή
beibehaltend
απλός αόριστος
behielt bei
παθητική μετοχή
beibehalten
Παραδείγματα
Sie behielt ihre positive Einstellung bei.
Διατήρησε τη θετική της στάση.



























