beibehalten
Pronunciation
/ˈbaɪ̯bəˌhaltn̩/

Ορισμός και σημασία του "beibehalten"στα γερμανικά

beibehalten
[past form: behielt bei]
01

διατηρώ, συντηρώ

Etwas weiterhin verwenden, tun oder haben
beibehalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
bei
βασικό ρήμα
behalten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beibehalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beibehält
ενεστώτα μετοχή
beibehaltend
απλός αόριστος
behielt bei
παθητική μετοχή
beibehalten
Παραδείγματα
Sie behielt ihre positive Einstellung bei.
Διατήρησε τη θετική της στάση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store