Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
begrenzt
01
περιορισμένος, περιορισμένος
Nur in bestimmter Menge oder Ausdehnung vorhanden
Παραδείγματα
Das Internet ist hier sehr begrenzt.
Το διαδίκτυο εδώ είναι πολύ περιορισμένο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περιορισμένος, περιορισμένος