begrenzt
Pronunciation
/bəˈɡʀɛnʦt/

Ορισμός και σημασία του "begrenzt"στα γερμανικά

01

περιορισμένος, περιορισμένος

Nur in bestimmter Menge oder Ausdehnung vorhanden
begrenzt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am begrenztesten
συγκριτικός βαθμός
begrenzter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Internet ist hier sehr begrenzt.
Το διαδίκτυο εδώ είναι πολύ περιορισμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store