begrenzt
beg
ˈbəg
bēg
renzt
ʁɛntst
rentst

Ορισμός και σημασία του "begrenzt"στα γερμανικά

01

περιορισμένος, περιορισμένος

Nur in bestimmter Menge oder Ausdehnung vorhanden 
begrenzt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am begrenztesten
συγκριτικός βαθμός
begrenzter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Raum, Menge, Verfügbarkeit
Παραδείγματα
Der Platz im Auto ist begrenzt. 

Ο χώρος στο αυτοκίνητο είναι περιορισμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store