Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Begleitung
01
συνοδεία, συντροφιά
Das Mitgehen mit einer Person oder das Unterstützen einer Aktivität
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Begleitungen
γενική πτώση
Begleitung
Παραδείγματα
Vielen Dank für deine Begleitung gestern Abend!
Συνοδεία
LanGeek



























