begegnen
be
gegnen
ˈge:gn
gegn
beginnenbegehren

Ορισμός και σημασία του "begegnen"στα γερμανικά

begegnen
01

συναντώ, συμβαίνω

Jemandem zufällig oder unerwartet treffen 
begegnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
gegnen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
begegne
γ΄ ενικό πρόσωπο
begegnet
ενεστώτα μετοχή
begegnend
απλός αόριστος
begegnete
παθητική μετοχή
begegnet
Παραδείγματα
Ich bin ihm gestern in der Stadt begegnet. 

Τον συνάντησα χθες στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store