Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befristen
01
περιορίζω χρονικά, καθορίζω προθεσμία
Etwas für einen bestimmten, vorher festgelegten Zeitraum gültig machen oder beschränken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befriste
γ΄ ενικό πρόσωπο
befristet
ενεστώτα μετοχή
befristend
απλός αόριστος
befristete
παθητική μετοχή
befristet
Παραδείγματα
Die Studie wurde auf zwei Jahre befristet.
Η μελέτη περιορίστηκε σε δύο χρόνια.



























