Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befreit
01
απαλλαγμένος, εξαιρούμενος
Mit dem Zustand, von einer Pflicht oder Belastung entbunden zu sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am befreitesten
συγκριτικός βαθμός
befreiter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Schüler unter sechs Jahren sind vom Eintritt befreit.
Οι μαθητές κάτω των έξι ετών απαλλάσσονται από την είσοδο.



























