Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Beet
01
παρτέρι, κηπάκι
Ein abgegrenztes Stück Land, das zum Anbau von Pflanzen genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Beet(e)s
πληθυντικός τύπος
Beete
Παραδείγματα
Ich grabe das Beet um, bevor ich neue Pflanzen setze.
Σκάβω το παρτέρι πριν φυτέψω νέα φυτά.



























