Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beantragen
01
υποβάλλω αίτηση, ζητώ
Einen Antrag stellen, etwas offiziell verlangen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
antragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beantrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
beantragt
ενεστώτα μετοχή
beantragend
απλός αόριστος
beantragte
παθητική μετοχή
beantragt
Παραδείγματα
Wir haben einen Antrag auf Baugenehmigung beantragt.
Υποβάλαμε αίτηση για άδεια οικοδόμησης.



























