beantragen
beantragen
bəʔantʁa:gng
bēantragng
beauftragenbetragenbeitragen

Ορισμός και σημασία του "beantragen"στα γερμανικά

beantragen
01

υποβάλλω αίτηση, ζητώ

Einen Antrag stellen, etwas offiziell verlangen 
beantragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
antragen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beantrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
beantragt
ενεστώτα μετοχή
beantragend
απλός αόριστος
beantragte
παθητική μετοχή
beantragt
Παραδείγματα
Ich habe ein Visum bei der Botschaft beantragt. 

Υπέβαλα αίτηση για βίζα στην πρεσβεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store