der bau
bau
baʊ
baw
bei

Ορισμός και σημασία του "bau"στα γερμανικά

01

κατασκευή, οικοδόμηση

Herstellung eines Gebäudes oder einer Anlage 
der Bau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bau(e)s
πληθυντικός τύπος
Baute(n)
Παραδείγματα
Der Bau des neuen Hauses dauert sechs Monate. 

Η κατασκευή του νέου σπιτιού διαρκεί έξι μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store