Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bau
01
κατασκευή, οικοδόμηση
Herstellung eines Gebäudes oder einer Anlage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Baute(n)
γενική πτώση
Bau(e)s
Παραδείγματα
Der Bau des neuen Hauses dauert sechs Monate.
Η κατασκευή του νέου σπιτιού διαρκεί έξι μήνες.
LanGeek



























