Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auswirken
01
έχω επίδραση, επηρεάζω
Eine Wirkung oder einen Einfluss auf etwas oder jemanden haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
wirken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirkt aus
ενεστώτα μετοχή
auswirkend
απλός αόριστος
wirkte aus
παθητική μετοχή
ausgewirkt
Παραδείγματα
Die neue Regel wird sich positiv auf die Schüler auswirken.
Ο νέος κανόνας θα επηρεάσει θετικά τους μαθητές.



























