Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausweichen
01
αποφεύγω, αποφεύγω
Einer Sache oder Person durch seitliche Bewegung aus dem Weg gehen
Παραδείγματα
Der Drohne wich automatisch dem Baum aus.
Το drone απέφυγε αυτόματα το δέντρο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποφεύγω, αποφεύγω