Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausweichen
01
αποφεύγω, αποφεύγω
Einer Sache oder Person durch seitliche Bewegung aus dem Weg gehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
weichen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
weiche aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
weicht aus
ενεστώτα μετοχή
ausweichend
απλός αόριστος
wich aus
παθητική μετοχή
ausgewichen
Παραδείγματα
Der Drohne wich automatisch dem Baum aus.
Το drone απέφυγε αυτόματα το δέντρο.



























