Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausreichen
01
αρκώ, είμαι επαρκής
Genug sein, um einen Zweck oder Bedarf zu erfüllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
reichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reiche aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
reicht aus
ενεστώτα μετοχή
ausreichend
απλός αόριστος
reichte aus
παθητική μετοχή
ausgereicht
Παραδείγματα
Die Zeit reichte nicht aus, um alles zu besprechen.
Ο χρόνος δεν αρκούσε για να συζητήσουμε τα πάντα.



























