ausländisch
aus
ˈaʊ̯s
αουσ
län
lɛn
λεν
disch
dɪʃ
ντισ

Ορισμός και σημασία του "ausländisch"στα γερμανικά

ausländisch
01

ξένος, ξένη

Aus einem anderen Land stammend 
ausländisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Geografie, Nationalität, Kultur
Παραδείγματα
Sie spricht mehrere ausländische Sprachen. 

Μιλάει πολλές ξένες γλώσσες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store