ausleben
aus
aʊs
αουσ
leben
le:bm
λεμπμ
ausladenaufgebenausleihenausheben

Ορισμός και σημασία του "ausleben"στα γερμανικά

ausleben
01

εκφράζομαι ελεύθερα, ζω πλήρως

Seine Persönlichkeit, Kreativität oder Bedürfnisse frei und ohne Einschränkungen ausdrücken oder entfalten 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
leben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lebe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
lebt aus
ενεστώτα μετοχή
auslebend
απλός αόριστος
lebte aus
παθητική μετοχή
ausgelebt
Παραδείγματα
Als Schauspieler lebe ich mich auf der Bühne aus. 

Ως ηθοποιός, εκφράζομαι πλήρως στη σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store