Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausleben
01
εκφράζομαι ελεύθερα, ζω πλήρως
Seine Persönlichkeit, Kreativität oder Bedürfnisse frei und ohne Einschränkungen ausdrücken oder entfalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
leben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lebe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
lebt aus
ενεστώτα μετοχή
auslebend
απλός αόριστος
lebte aus
παθητική μετοχή
ausgelebt
Παραδείγματα
Endlich Single! Jetzt kann ich mich richtig ausleben.
Επιτέλους ελεύθερος! Τώρα μπορώ πραγματικά να εκφραστώ.



























