Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aushilfe
01
προσωρινός εργαζόμενος, αντικαταστάτης εργαζόμενος
Eine Person, die kurzfristig zur Unterstützung in einem Betrieb arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aushilfen
αρσενικό ενικό
Aushilfe
θηλυκό ενικό
Aushilfe
neutral form
Aushilfskraft
γενική πτώση
Aushilfe
Παραδείγματα
Die Aushilfe arbeitet nur am Wochenende.
Ο προσωρινός εργαζόμενος εργάζεται μόνο τα σαββατοκύριακα.
LanGeek



























