die aushilfe
aus
aʊs
aws
hil
hɪl
hil
fe

Ορισμός και σημασία του "aushilfe"στα γερμανικά

01

προσωρινός εργαζόμενος, αντικαταστάτης εργαζόμενος

Eine Person, die kurzfristig zur Unterstützung in einem Betrieb arbeitet 
die Aushilfe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aushilfen
αρσενικό ενικό
Aushilfe
θηλυκό ενικό
Aushilfe
neutral form
Aushilfskraft
γενική πτώση
Aushilfe
Παραδείγματα
Die Aushilfe arbeitet nur am Wochenende. 

Ο προσωρινός εργαζόμενος εργάζεται μόνο τα σαββατοκύριακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store