die Aushilfe
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌhɪlfə/

Ορισμός και σημασία του "aushilfe"στα γερμανικά

01

προσωρινός εργαζόμενος, αντικαταστάτης εργαζόμενος

Eine Person, die kurzfristig zur Unterstützung in einem Betrieb arbeitet
die Aushilfe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aushilfe
πληθυντικός τύπος
Aushilfen
Παραδείγματα
Die Aushilfe hat ihre Arbeit gut gemacht.
Ο προσωρινός εργαζόμενος έκανε καλή δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store