Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgleichend
01
εξισορροπητικός, ισορροπητικός
Etwas, das ein Gleichgewicht herstellt oder Ungleichgewichte korrigiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Medikament wirkt ausgleichend auf den Blutdruck.
Το φάρμακο δρα εξισορροπητικά στην αρτηριακή πίεση.



























