Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausführen
01
εκτελώ, υλοποιώ
Etwas praktisch umsetzen oder durchführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt aus
ενεστώτα μετοχή
ausführend
απλός αόριστος
führte aus
παθητική μετοχή
ausgeführt
Παραδείγματα
Der Autopilot führte die Parkmanöver selbstständig aus.
Ο αυτόματος πιλότος εκτέλεσε τα ελιγμούς στάθμευσης ανεξάρτητα.
02
αναπτύσσω λεπτομερώς, εξελίσσω
Etwas ausführlich darlegen, erklären oder detailliert beschreiben
Παραδείγματα
Im Gutachten wurden die Mängel genau ausgeführt.
Στην εμπειρογνωμοσύνη, τα ελαττώματα εξηγήθηκαν με ακρίβεια.



























