der ausgang
aus
ˈaʊs
αουσ
gang
gang
γκανγκ
aushangaufgang

Ορισμός και σημασία του "ausgang"στα γερμανικά

01

έξοδος, αποχώρηση

Der Ort, an dem man einen Platz oder ein Gebäude verlässt 
der Ausgang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausgänge
γενική πτώση
Ausgang(e)s
Παραδείγματα
Der Ausgang ist dort. 

Η έξοδος είναι εκεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store