Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aus sein
01
τελειώνω, λήγω
Zu Ende oder vorbei sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist aus
ενεστώτα μετοχή
ausseiend
απλός αόριστος
aus war
παθητική μετοχή
aus gewesen
Παραδείγματα
Die Schule ist um 13 Uhr aus.
Το σχολείο τελείωσε στις 13:00.
02
να είναι κλειστό, να μην λειτουργεί
Nicht eingeschaltet oder nicht mehr in Betrieb sein
Παραδείγματα
Das Licht ist aus.
Το φως είναι σβηστό.



























