aus sein
aus
aʊs
aws
sein
saen
saen

Ορισμός και σημασία του "aus sein"στα γερμανικά

aus sein
01

τελειώνω, λήγω

Zu Ende oder vorbei sein 
aus sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist aus
ενεστώτα μετοχή
ausseiend
απλός αόριστος
aus war
παθητική μετοχή
aus gewesen
Παραδείγματα
Die Schule ist um 13 Uhr aus. 

Το σχολείο τελείωσε στις 13:00.

02

να είναι κλειστό, να μην λειτουργεί

Nicht eingeschaltet oder nicht mehr in Betrieb sein 
aus sein definition and meaning
Παραδείγματα
Das Licht ist aus. 

Το φως είναι σβηστό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store