Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aus sein
01
τελειώνω, λήγω
Zu Ende oder vorbei sein
Παραδείγματα
Die Ferien sind leider aus.
Δυστυχώς, οι διακοπές τελείωσαν.
02
να είναι κλειστό, να μην λειτουργεί
Nicht eingeschaltet oder nicht mehr in Betrieb sein
Παραδείγματα
Der Computer ist noch aus.
Ο υπολογιστής είναι ακόμα κλειστός.


























