aus sein
Pronunciation
/aʊs zaɪ̯n/

Ορισμός και σημασία του "aus sein"στα γερμανικά

aus sein
01

τελειώνω, λήγω

Zu Ende oder vorbei sein
aus sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist aus
ενεστώτα μετοχή
ausseiend
απλός αόριστος
aus war
παθητική μετοχή
aus gewesen
Παραδείγματα
Die Ferien sind leider aus.
Δυστυχώς, οι διακοπές τελείωσαν.
02

να είναι κλειστό, να μην λειτουργεί

Nicht eingeschaltet oder nicht mehr in Betrieb sein
aus sein definition and meaning
Παραδείγματα
Der Computer ist noch aus.
Ο υπολογιστής είναι ακόμα κλειστός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store