Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufwachsen
01
μεγαλώνω, ανατρέφομαι
Von Kindheit an in einem bestimmten Umfeld heranwachsen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wachsen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst auf
ενεστώτα μετοχή
aufwachsend
απλός αόριστος
wuchs auf
παθητική μετοχή
aufgewachsen
Παραδείγματα
In den 90ern aufzuwachsen war eine besondere Erfahrung.
Το να μεγαλώνεις στη δεκαετία του '90 ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία.



























