aufwachsen
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌvaksn̩/

Ορισμός και σημασία του "aufwachsen"στα γερμανικά

aufwachsen
01

μεγαλώνω, ανατρέφομαι

Von Kindheit an in einem bestimmten Umfeld heranwachsen
aufwachsen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wachsen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst auf
ενεστώτα μετοχή
aufwachsend
απλός αόριστος
wuchs auf
παθητική μετοχή
aufgewachsen
Παραδείγματα
In den 90ern aufzuwachsen war eine besondere Erfahrung.
Το να μεγαλώνεις στη δεκαετία του '90 ήταν μια ιδιαίτερη εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store