aufwachsen
auf
aʊf
awf
wachsen
vaksn
vaksn
aufwachen

Ορισμός και σημασία του "aufwachsen"στα γερμανικά

aufwachsen
01

μεγαλώνω, ανατρέφομαι

Von Kindheit an in einem bestimmten Umfeld heranwachsen 
aufwachsen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wachsen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wachse auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wächst auf
ενεστώτα μετοχή
aufwachsend
απλός αόριστος
wuchs auf
παθητική μετοχή
aufgewachsen
Παραδείγματα
Ich bin in Berlin aufgewachsen. 

Μεγάλωσα στο Βερολίνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store