Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufregen
01
ενοχλώ, λυπώ
Jemanden nervös, wütend oder traurig machen
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
regen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rege auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
regt auf
ενεστώτα μετοχή
aufregend
απλός αόριστος
regte auf
παθητική μετοχή
aufgeregt
Παραδείγματα
Es regt mich auf, wenn du lügst.
Με ενοχλεί όταν λες ψέματα.
02
θυμώνω, εκνευρίζομαι
Wütend, nervös oder traurig werden
Παραδείγματα
Warum regst du dich wieder auf?
Γιατί θυμώνεις ξανά;



























