Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufmachen
01
ανοίγω, ανοίγνω
Etwas öffnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht auf
ενεστώτα μετοχή
aufmachend
απλός αόριστος
machte auf
παθητική μετοχή
aufgemacht
Παραδείγματα
Wir machen gleich den Laden auf.
Θα ανοίξουμε το μαγαζί αμέσως.



























