aufmachen
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌmaχn̩/

Ορισμός και σημασία του "aufmachen"στα γερμανικά

aufmachen
01

ανοίγω, ανοίγνω

Etwas öffnen
aufmachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht auf
ενεστώτα μετοχή
aufmachend
απλός αόριστος
machte auf
παθητική μετοχή
aufgemacht
Παραδείγματα
Wir machen gleich den Laden auf.
Θα ανοίξουμε το μαγαζί αμέσως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store