Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufladen
01
φορτίζω, επιφορτίζω
Elektrische Energie in ein Gerät oder eine Batterie bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
laden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lade auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
lädt auf
ενεστώτα μετοχή
aufladend
απλός αόριστος
lud auf
παθητική μετοχή
aufgeladen
Παραδείγματα
Ich lade mein Handy jede Nacht auf.
Φορτίζω το τηλέφωνό μου κάθε βράδυ.
02
φορτώνω, εμβαρκάρω
Etwas auf ein Fahrzeug oder eine Fläche legen, um es zu transportieren
Παραδείγματα
Wir laden die Kisten auf den LKW auf.
Φορτώνουμε τα κουτιά στο φορτηγό.



























