Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufheben
01
σηκώνω, παίρνω
Etwas vom Boden oder einer Oberfläche hochnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
heben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt auf
ενεστώτα μετοχή
aufhebend
απλός αόριστος
hob auf
παθητική μετοχή
aufgehoben
Παραδείγματα
Kannst du meine Brille aufheben?
Μπορείς να σηκώσεις τα γυαλιά μου;
02
φυλάσσω, διατηρώ
Etwas für später bewahren oder aufbewahren
Παραδείγματα
Sie hob das Geld für ihren Traumurlaub auf.
Αυτή αποθήκευσε τα χρήματα για τα ονειρεμένα της διακοπές.
03
σηκώνω, υψώνω
Etwas physisch oder metaphorisch anheben
Παραδείγματα
Der Sänger hob die Stimme.
Ο τραγουδιστής ύψωσε τη φωνή του.



























