Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufheben
01
σηκώνω, παίρνω
Etwas vom Boden oder einer Oberfläche hochnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
heben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt auf
ενεστώτα μετοχή
aufhebend
απλός αόριστος
hob auf
παθητική μετοχή
aufgehoben
Παραδείγματα
Er hob die Münze vom Boden auf.
Αυτός μάζεψε το κέρμα από το πάτωμα.
02
φυλάσσω, διατηρώ
Etwas für später bewahren oder aufbewahren
Παραδείγματα
Heb die Rechnung gut auf!
Φύλαξε την απόδειξη καλά !
03
σηκώνω, υψώνω
Etwas physisch oder metaphorisch anheben
Παραδείγματα
Sie hob die Hand, um eine Frage zu stellen.
Αυτή σήκωσε το χέρι της για να κάνει μια ερώτηση.



























