Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aufgeschlossenheit
01
ανοιχτόμυαλος, ανοιχτότητα
Die Eigenschaft, offen für neue Ideen, Menschen oder Erfahrungen zu sein
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufgeschlossenheit
πληθυντικός τύπος
Aufgeschlossenheiten
Παραδείγματα
Die Aufgeschlossenheit der Lehrerin half den Schülern, sich frei auszudrücken.
Η ανοιχτότητα της δασκάλας βοήθησε τους μαθητές να εκφραστούν ελεύθερα.



























