die aufgeschlossenheit
aufgeschlossenheit
aʊ̯fgəʃlɔsənhaɪ̯t
αουφγκασλοσανχαιτ

Ορισμός και σημασία του "aufgeschlossenheit"στα γερμανικά

Die Aufgeschlossenheit
01

ανοιχτόμυαλος, ανοιχτότητα

Die Eigenschaft, offen für neue Ideen, Menschen oder Erfahrungen zu sein 
die Aufgeschlossenheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aufgeschlossenheiten
γενική πτώση
Aufgeschlossenheit
Παραδείγματα
Die Aufgeschlossenheit der Lehrerin half den Schülern, sich frei auszudrücken. 

Η ανοιχτότητα της δασκάλας βοήθησε τους μαθητές να εκφραστούν ελεύθερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store