Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffrischen
01
ανανεώνω, ενημερώνω
Etwas Vergessenes oder Verblasstes wieder aktivieren oder erneuern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
frischen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frische auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
frischt auf
ενεστώτα μετοχή
auffrischende
απλός αόριστος
frischte auf
παθητική μετοχή
aufgefrischt
Παραδείγματα
Ich muss mein Englisch auffrischen.
Πρέπει να ανανεώσω τα Αγγλικά μου.
02
αναζωογονώ, εντείνω
Stärker oder lebhafter werden
Παραδείγματα
Der Sturm frischt langsam auf.
Η καταιγίδα εντείνεται αργά.



























