Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffrischen
[past form: frischte auf]
01
ανανεώνω, ενημερώνω
Etwas Vergessenes oder Verblasstes wieder aktivieren oder erneuern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
frischen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frische auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
frischt auf
ενεστώτα μετοχή
auffrischende
απλός αόριστος
frischte auf
παθητική μετοχή
aufgefrischt
Παραδείγματα
Sie hat ihre Französischkenntnisse aufgefrischt.
Εκείνη ανανέωσε τις γνώσεις της στα γαλλικά.
02
αναζωογονώ, εντείνω
Stärker oder lebhafter werden
Παραδείγματα
Wenn der Wind auffrischt, sollten wir das Boot sichern.
Όταν ο άνεμος αναζωογονείται, πρέπει να ασφαλίσουμε τη βάρκα.



























