aufbauen
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌbaʊ̯ən/

Ορισμός και σημασία του "aufbauen"στα γερμανικά

aufbauen
01

-, -

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
baute auf
παθητική μετοχή
aufgebaut
Παραδείγματα
Der Verein hat ein Netzwerk von freiwilligen Helfern aufgebaut.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store