Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auf sein
01
να είναι ανοιχτό, να είναι ξεκλείδωτο
Nicht geschlossen oder nicht abgeschlossen sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist auf
ενεστώτα μετοχή
aufseiend
απλός αόριστος
auf war
παθητική μετοχή
auf gewesen
Παραδείγματα
Die Tür war die ganze Nacht auf.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή όλη τη νύχτα.



























