auf sein
auf
aʊ̯f
awf
sein
saɛ̯n
saen

Ορισμός και σημασία του "auf sein"στα γερμανικά

auf sein
01

να είναι ανοιχτό, να είναι ξεκλείδωτο

Nicht geschlossen oder nicht abgeschlossen sein 
auf sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist auf
ενεστώτα μετοχή
aufseiend
απλός αόριστος
auf war
παθητική μετοχή
auf gewesen
Παραδείγματα
Die Tür ist auf. 

Η πόρτα είναι ανοιχτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store