Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appellieren
[past form: appellierte]
01
απευθύνομαι με έκκληση, επικαλούμαι
Eine dringende Bitte oder Aufforderung an jemanden richten, oft mit moralischem oder emotionalem Gewicht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
appelliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
appelliert
ενεστώτα μετοχή
appellierend
απλός αόριστος
appellierte
παθητική μετοχή
appelliert
Παραδείγματα
Ich appelliere an dich, die Wahrheit zu sagen!
Απευθύνομαι σε εσάς να πείτε την αλήθεια !



























