Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appellieren
01
απευθύνομαι με έκκληση, επικαλούμαι
Eine dringende Bitte oder Aufforderung an jemanden richten, oft mit moralischem oder emotionalem Gewicht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
appelliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
appelliert
ενεστώτα μετοχή
appellierend
απλός αόριστος
appellierte
παθητική μετοχή
appelliert
Παραδείγματα
Die Regierung appelliert an die Bürger, Wasser zu sparen.
Η κυβέρνηση απευθύνεται στους πολίτες να εξοικονομήσουν νερό.



























