die apotheke
a
ˈa
a
po
po
po
the
ˌte:
te
ke

Ορισμός και σημασία του "apotheke"στα γερμανικά

01

φαρμακείο, φαρμακοπωλείο

Ein Geschäft, wo man Medikamente kauft 
die Apotheke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Apotheke
πληθυντικός τύπος
Apotheken
Παραδείγματα
Ich gehe zur Apotheke. 

Πηγαίνω στο φαρμακείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store