der anzug
an
ˈan
an
zug
tsu:k
tsook
abzug

Ορισμός και σημασία του "anzug"στα γερμανικά

01

κοστούμι, ρούχο

Die formelle Kleidung für Männer 
der Anzug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Anzüge
αρσενικό ενικό
Anzug
θηλυκό ενικό
Anzug
neutral form
Anzug
γενική πτώση
Anzug(e)s
Παραδείγματα
Er trägt einen schwarzen Anzug. 

Φοράει ένα μαύρο κοστούμι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store