der Antrieb
Pronunciation
/ˈanˌtʁiːp/

Ορισμός και σημασία του "antrieb"στα γερμανικά

01

κίνητρο, ώθηση

Motivation oder innerer Impuls, etwas zu tun
der Antrieb definition and meaning
Παραδείγματα
Sein starker Antrieb half ihm, das Projekt zu beenden.
Η ισχυρή του ώθηση τον βοήθησε να ολοκληρώσει το έργο.
02

προώθηση, κίνητρο

Mechanische Kraft, die etwas bewegt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Antriebs
πληθυντικός τύπος
Antriebe
Παραδείγματα
Die Rakete hat einen starken Antrieb.
Ο πύραυλος έχει ισχυρή προώθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store