Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antippen
01
αγγίζω ελαφρά, πατάω
Etwas kurz und leicht mit dem Finger berühren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
tippen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
antippe
γ΄ ενικό πρόσωπο
antippt
ενεστώτα μετοχή
antippend
απλός αόριστος
tippte an
παθητική μετοχή
angetippt
Παραδείγματα
Antippe das Symbol, um das Menü zu öffnen.
Αγγίξτε το εικονίδιο για να ανοίξετε το μενού.



























