antippen
an
ˈan
an
tippen
ˌtɪpn
tipn

Ορισμός και σημασία του "antippen"στα γερμανικά

antippen
01

αγγίζω ελαφρά, πατάω

Etwas kurz und leicht mit dem Finger berühren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
tippen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
antippe
γ΄ ενικό πρόσωπο
antippt
ενεστώτα μετοχή
antippend
απλός αόριστος
tippte an
παθητική μετοχή
angetippt
Παραδείγματα
Antippe das Symbol, um das Menü zu öffnen.
Αγγίξτε το εικονίδιο για να ανοίξετε το μενού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store