anschnallen
an
ˈan
an
schna
ʃna
shna
llen
lən
lēn
anschwellen

Ορισμός και σημασία του "anschnallen"στα γερμανικά

anschnallen
01

να δέσω τη ζώνη ασφαλείας, να φορέσω τη ζώνη ασφαλείας

Den Sicherheitsgurt anlegen und befestigen 
anschnallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schnallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnalle an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnallt an
ενεστώτα μετοχή
anschnallend
απλός αόριστος
schnallte an
παθητική μετοχή
angeschnallt
Παραδείγματα
Bitte schnallen Sie sich an. 

Παρακαλώ προσαρμόστε τη ζώνη ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store