Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anschließen
01
συνδέω, συνδέω στην πρίζα
Ein elektrisches Gerät mit einer Stromquelle verbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt an
ενεστώτα μετοχή
anschließend
απλός αόριστος
schloss an
παθητική μετοχή
angeschlossen
Παραδείγματα
Schließ den Stecker an die Steckdose an!
Συνδέστε το βύσμα στην πρίζα !
02
συνδέω, προσαρμόζω
Etwas mechanisch befestigen oder verbinden
Παραδείγματα
Der Hund wurde an die Leine angeschlossen.
Ο σκύλος συνδέθηκε στο λουρί.
03
ενώνω, προσχωρώ
Sich einer Gruppe oder Sache freiwillig hinzufügen
Παραδείγματα
Sie schloss sich unserer Reisegruppe an.
Αυτή προσχώρησε στην ομάδα ταξιδιού μας.



























