Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anschließen
01
συνδέω, συνδέω στην πρίζα
Ein elektrisches Gerät mit einer Stromquelle verbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt an
ενεστώτα μετοχή
anschließend
απλός αόριστος
schloss an
παθητική μετοχή
angeschlossen
Παραδείγματα
Ich habe die Lampe angeschlossen.
Έχω συνδέσει τη λάμπα.
02
συνδέω, προσαρμόζω
Etwas mechanisch befestigen oder verbinden
Παραδείγματα
Die Teile werden in der Fabrik angeschlossen.
Τα μέρη συνδέονται στο εργοστάσιο.
03
ενώνω, προσχωρώ
Sich einer Gruppe oder Sache freiwillig hinzufügen
Παραδείγματα
Warum schließt du dich nicht dem Team an?
Γιατί δεν ενώνεσαι στην ομάδα;



























