ankündigen
Pronunciation
/ˈankʏndɪɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "ankündigen"στα γερμανικά

ankündigen
01

ανακοινώνω, δηλώνω

Etwas vorher offiziell bekanntgeben
ankündigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
kündigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kündige an
γ΄ ενικό πρόσωπο
kündigt an
ενεστώτα μετοχή
ankündigend
απλός αόριστος
kündigte an
παθητική μετοχή
angekündigt
Παραδείγματα
Wir müssen das Treffen rechtzeitig ankündigen.
Πρέπει να ανακοινώσουμε τη συνάντηση εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store