Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ankündigen
01
ανακοινώνω, δηλώνω
Etwas vorher offiziell bekanntgeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
kündigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kündige an
γ΄ ενικό πρόσωπο
kündigt an
ενεστώτα μετοχή
ankündigend
απλός αόριστος
kündigte an
παθητική μετοχή
angekündigt
Παραδείγματα
Wir müssen das Treffen rechtzeitig ankündigen.
Πρέπει να ανακοινώσουμε τη συνάντηση εγκαίρως.



























