Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anhang
[gender: masculine]
01
παράρτημα, προσάρτημα
Ein zusätzlicher Teil am Ende eines Dokuments oder Buches, der ergänzende Informationen enthält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anhang(e)s
πληθυντικός τύπος
Anhänge
Παραδείγματα
Diese E-Mail hat einen Anhang mit Bildern.
Αυτό το email έχει ένα συνημμένο με εικόνες.



























