Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angreifen
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
Feindselige Handlungen gegen jemanden oder etwas richten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
greifen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife an
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift an
ενεστώτα μετοχή
angreifend
απλός αόριστος
griff an
παθητική μετοχή
angegriffen
Παραδείγματα
Die Rebellen haben den Stützpunkt angegriffen.
Οι επαναστάτες επιτέθηκαν στη στρατιωτική βάση.
02
αγγίζω, ακουμπώ
Etwas mit den Händen berühren
Παραδείγματα
Das Baby greift alles neugierig an.
Το μωρό αγγίζει τα πάντα με περιέργεια.



























